18 Μαΐου 2012

Αγγελική Μπολουδάκη #2 : Το καλωσόρισμα ενός παιδιού


Όταν ένα παιδί έρχεται στον κόσμο περιμένει από μας να το καλωσορίσουμε, να του δώσουμε χώρο στη ζωή μας. Για να αποκτήσει οντότητα, να γεμίσει η ύπαρξη του με ζωή, χρειάζεταικάθε φορά που το κοιτάμε στα μάτια να νιώθει πως το αγαπάμε βαθιά. Αγαπάμε εκείνο και όχι τον εαυτό μας μέσα από εκείνο.

Όταν ένα παιδί ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο, λαχταρά να το καθρεφτίσουμε, για να μπορέσει να αναγνωρίσει αργότερα τα χαρακτηριστικά του. Χωρίς το δικό μας βλέμμα, το δικό του στρέφεται στο κενό. Δεν έχει εικόνα να αντικρίσει. Περιμένει να ονομάσουμε τα χαρακτηριστικά του, τα οποία αποτυπώνονται μέσα του, όσο παρατηρεί στη ματιά μας το θαυμασμό μας για εκείνο. Αν η περιγραφή είναι στείρα, τότε η δική του εικόνα γίνεται θαμπή. 


Όταν αργότερα κάποιος απευθυνθεί σε αυτό το χαρακτηριστικό (πόσο έξυπνος είσαι) δε θα μπορέσει να το ακούσει, να το δεχτεί ως μέρος της προσωπικότητάς του. Οι γονείς προσφέρουν το βάπτισμα και κάθε τι που περιγράφουν με περηφάνια αποτυπώνεται μέσα του με ανεξίτηλο τρόπο. 

Υπάρχουν παιδιά με δυνατότητες, που όμως δε βρήκαν θέση στην καρδιά των γονιών τους, για να τις αναγνωρίσουν και να τις επισφραγίσουν στην προσωπικότητά τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά, λοιπόν, αποκτούν προσωρινή θέση στη ζωή τους και δεν μπορούν να εδραιωθούν στον ψυχισμό τους. Κάθε φορά που μια αρνητική συγκυρία τους κλυδωνίζει, αμφισβητούν την προσπάθεια τους, ακυρώνουν το αποτέλεσμα, απορρίπτουν τον εαυτό τους. Η αξία τους δεν έχει ριζώσει και σκορπίζεται στον άνεμο.


Οι γονείς έχουν πολύ μεγάλη δύναμη για τα παιδιά τους. Κάθε παιδί είναι ένας πίνακας. Πάνω του ζωγραφίζουν οι γονείς με επιτηδειότητα και τέχνη ό,τι παρατηρούν στο παιδί τους. Οι παραστάσεις βέβαια πρέπει να καθρεφτίζουν το παιδί και όχι τις δικές τους ανάγκες και τις δικές τους απωθημένες επιθυμίες.


Υπάρχουν γονείς που τα τραύματα τους είναι τέτοια που δεν μπορούν να δουν καθαρά το παιδί τους. Βλέπουν σε εκείνο αυτό που θα ήθελαν να δουν και όχι αυτό που πραγματικά είναι. Προσδοκούν από εκείνο να γίνει αυτό που δεν έγιναν οι ίδιοι, ίσως γιατί δεν είναι ευχαριστημένοι από τον εαυτό τους παρά τις επιτυχίες τους. Περιμένουν πως το παιδί τους θα γίνει εκείνο το ιδανικό παιδί που θα σβήσει τα δικά τους σημάδια, για να νιώσουν περηφάνια για τον εαυτό τους.


Ελπίζουν πως, αν αυτό το παιδί δοθεί σε ένα αγώνα να κερδίσει το έπαθλο, μπορεί να τους το προσφέρει και κάθε ανάμνηση ήττας να ξεχαστεί. Σαν οι αναμνήσεις να στοιχειώνουν τη μνήμη και κάνουν ένα γονιό ανήμπορο να λυτρωθεί από τις πληγές του. Με τα τραύματά του αλληλεπιδρά με το παιδί του. Ενδόμυχα ελπίζει πως το παιδί μέσα από τις νίκες του θα καθησυχάσει τις αγωνίες του, θα θεραπεύσει τα τραύματά του και θα φέρει τη χαρά στη ζωή του.


Ένα παιδί περιμένει να το καθρεφτίσουμε για να αποκτήσει οντότητα. Αν εμείς το κοιτάμε με τρόπο που του ζητάμε να διορθώσει το δικό μας καθρέφτη, τότε η εικόνα του παραδίδεται στο κενό. 


Ένα παιδί έχει δικαίωμα στην επιτυχία, στην αποτυχία, στα σωστά και στα λάθη. Αυτά διαμορφώνουν την προσωπικότητα του. Το κάθε τι στη ζωή του αποτελεί εμπειρία ζωής που σταλάζει μέσα του γνώση. Αν εμείς το βοηθήσουμε μένοντας δίπλα του σε όλες αυτές τις συγκυρίες, τότε μια αίσθηση οικειότητας το συνοδεύει και αποδιώχνει τους φόβους του. Κάθε φόβος που αιχμαλωτίζει τη ψυχή του προέρχεται από τον τρόμο της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. ‘Τώρα που απέτυχα θα με εγκαταλείψουν’. ‘Τώρα που τα κατάφερα ίσως με αγαπήσουν περισσότερο’.


Για να δεχτεί τη χαρά στη ζωή του και να αντιμετωπίσει τη θλίψη, χρειάζεται γονείς που θα τον αγαπούν σε όλες του τις στιγμές. Αν οι γονείς του αποσύρονται, όταν αντιμετωπίζει μια δοκιμασία, τότε ο ψυχικός του κόσμος θρυμματίζεται. Απορρίπτει τον εαυτό του που δεν κατάφερε να προσκαλέσει το βλέμμα επιδοκιμασίας των γονιών του και η εικόνα του ραγίζει. Κάθε ήττα το βυθίζει στον πόνο, κάθε αποτυχία τον κάνει να απορρίπτει τον εαυτό του. Κάθε απόσυρση τον αφανίζει. Αν οι γονείς του δεν είναι δίπλα του στις χαρούμενες στιγμές, αλλά τις θεωρούν δεδομένες, τότε δεν αναγνωρίζει τις προσπάθειες του. Η νίκη τον αφήνει αδιάφορο. Η χαρά δεν βρίσκει χώρο να φωλιάσει στην καρδιά του. Και οι επιτυχίες τον εγκαταλείπουν, γιατί τις προσπερνά. Αν οι γονείς του περηφανευτούν για τις επιτυχίες του θεωρώντας τις ως δικές τους, τότε ο ρόλος του θύματος τον περιμένει και τον αναπαράγει σε όλες του τις σχέσεις. Θεωρεί πως το κάθε τι που κερδίζει το οφείλει σε κάποιον άλλον και, όταν ετοιμάζεται να κατακτήσει τη νίκη και να χαρεί με το έπαθλο, γυρεύει απεγνωσμένα κάποιον να του το παραδώσει.


Όταν οι γονείς είναι γονείς για τα παιδιά τους, τότε και το παιδί αναλαμβάνει το ρόλο του. Γεύεται τις επιτυχίες του και ικανοποιείται από αυτές, δέχεται τις αποτυχίες και ωριμάζει από τα μαθήματα που του αφήνουν, ενώ η κάθε κατάσταση γίνεται μέσο και όχι αυτοσκοπός. Ο σκοπός του είναι να είναι άνθρωπος. Μόνο όμως, αν τον βοηθήσουν οι γονείς του σε αυτό, μπορεί να τα καταφέρει. Διαφορετικά ένα πυκνό σκοτάδι τον περιμένει, όπου γυρεύει ένα φως για να φωτίσει την εικόνα του, αλλά η φλόγα στην οποία καταφεύγει, δε επαρκεί για να φωταγωγήσει την ύπαρξη του.

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας - Συγγραφέας

16 Μαΐου 2012

Αγγελική Μπολουδάκη #1 : Η συναισθηματική παρουσία των γονιών στις ανάγκες των παιδιών τους


Είναι σα να πρέπει ένας ν’ ανεβεί πέντε χαμηλά σκαλιά και ένας δεύτερος μόνο ένα σκαλί…το ίδιο ψηλό όπως εκείνα τα πέντε μαζί. Ο πρώτος δε θα περάσει μόνο τα πέντε, αλλά και άλλα εκατό και χίλια ακόμα…ενώ ο δεύτερος επειδή δε το φτάνει, δε μπορεί φυσικά και να το ξεπεράσει.
Γράμμα στον πατέρα, Φ.Κάφκα


Οι γονείς καλούνται να αναλάβουν τα παιδιά τους. Να φιλοξενήσουν τις ανησυχίες τους, να συναισθανθούν τους φόβους τους, να τα κατανοήσουν. Να είναι κοντά τους, ώστε εκείνα να γνωρίζουν που θα ακουμπήσουν τις δύσκολες στιγμές τους και με ποιόν θα μοιραστούν τις όμορφες.
Οι γονείς έχουν μια υποχρέωση. Να αναλάβουν το ρόλο όχι μόνο του γεννήτορα, αλλά εκείνου που θα κάνει το παιδί του να νιώθει ασφάλεια, ώστε να μπορεί να νιώθει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, για να μπορεί να ανοίξει πανιά και να ταξιδέψει αυτόνομα σε θάλασσες φουρτουνιασμένες και γαλήνιες.
Για να είναι η ζωή του μια πρόσκληση προς την αλλαγή, για να μπορεί να την καλωσορίζει και να μην σκοτεινιάζει ο ουρανός του, κάθε φορά που κάτι καινούργιο προσπαθεί να τον κάνει να το καλοδεχτεί και να μπορεί να το αξιοποιεί προς όφελος του.
Όταν ο γονιός πιέζει το παιδί του, να παίρνει από νωρίς τα ηνία και να αναλαμβάνει πράγματα που είναι παράταιρα για την ηλικία του, τότε το παιδί το αντιλαμβάνεται ως ένα χρέος που θα πρέπει να το αναλάβει. Αναλαμβάνει έτσι και το γονιό του αλλά και εκείνο που βεβιασμένα του έχει αναθέσει, κρύβοντας τα συναισθήματα του, θάβοντας τα κάτω από μία βαθιά θλίψη..
Γίνεται ο ενήλικας που αναλαμβάνει όλους του άλλους, θυσιάζοντας τον εαυτό του ή εκείνος που θυσιάζει τους άλλους (σύντροφο, φίλους, τα δικά του παιδιά ) στο βωμό της ανάγκης να δικαιολογήσει το γονιό του.
Η ζωή του γίνεται ένα χρέος, μια υποχρέωση που τον ακολουθεί. Βάζει στην άκρη τις δυνατότητες του, όσο προσπαθεί αδιάκοπα για τους άλλους, προσπαθώντας και σπαταλώντας τον εαυτό του για εκείνους, ενώ δεν αναγνωρίζει και δεν εκτιμά στοιχεία του χαρακτήρα του, που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν στην εξέλιξη του.
Συγκρούεται μέσα του και ενώ η καρδιά του τον καλεί να υπακούσει στις δυνατότητες του, μια ανάμνηση ενός χρέους που κάποιος δεν ανέλαβε, στο χρόνο που έπρεπε, είναι από μόνη της ικανή για να τον σταματήσει.
-Ο πατέρας μου δεν με υποστήριζε συναισθηματικά και οικονομικά. Όμως δεν ζήλευα τους φίλους μου ή έτσι νόμιζα, γιατί ήξερα βαθιά μέσα μου ότι έπρεπε να τον αναλάβω. Να τον κατανοήσω που πίστευε ότι μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου, από παιδί. Ακόμα κι όταν δεν μπορούσα. Αυτή η υποχρέωση με συνοδεύει στις σχέσεις μου. Αισθάνομαι πως πρέπει να κάνω τα πάντα για τους άλλους μήπως με προσέξουν και τον εαυτό μου τον αφήνω στο περιθώριο της ύπαρξης μου… Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω την πραγματικότητα, η οποία τις περισσότερες φορές λειτουργεί καταλυτικά στη ψυχή μου, και κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με αυτήν ενοχοποιώ την εαυτό μου, ενώ κάθε φορά που τολμώ, μια φοβερή σύγκρουση διεξάγεται μέσα μου και με ακινητοποιεί… Μήπως δεν αξίζω την νίκη, μήπως πρέπει να παραμείνω ένας ουραγός, γιατί αυτό ουσιαστικά ήθελε εκείνος από μένα, ώστε να παραμείνω εξαρτημένος από εκείνον, παίρνοντας την θέση εκείνων που δεν μπόρεσε να κρατήσει;
- Ο πατέρας μου δεν συμφωνεί με το αντικείμενο σπουδών που επέλεξα. Συχνά εναντιώνεται στις προσπάθειες μου. Νιώθω αδύναμος κι όσο κι αν έχω την υποστήριξη της μητέρας μου, νιώθω την ανάγκη να τα παρατήσω ή να μην προσπαθήσω αρκετά. Νιώθω μόνος μου χωρίς εκείνον και όσο και αν κατανοώ λογικά πως αυτή η συμπεριφορά του αφορά τις δικές του δυσκολίες, τις οποίες επειδή δεν μπορεί να διαχειριστεί τις μεταθέτει σε μένα, θεωρώντας με υπεύθυνο για όλες τις υποτιθέμενες αδικίες που έχει υποστεί, παρόλα αυτά συναισθηματικά νιώθω ευάλωτος και στη σκέψη πως θα κάνω μια επιλογή την οποία δεν εγκρίνει ο ίδιος, λυγίζω και αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να παραμείνω, για να γίνω το ερημονήσι του στο ναυάγιό του…
Οι σκέψεις γίνονται πληγές και οι επιλογές πλέον γίνονται με γνώμονα είτε να δικαιολογήσουν το λάθος, αποσιωπώντας τις δικές τους ανάγκες και μπαίνοντας στη θέση του θύματος, είτε να εκδικηθούν μεταφέροντας σε άλλους ανθρώπους το θυμό τους..
Όταν ένας γονιός απουσιάζει από τις υποχρεώσεις του, τουλάχιστον μέχρι την ηλικία που ο νέος άνθρωπος καλείται να αναλάβει τις ευθύνες του μόνος του, τότε οδηγεί το παιδί του είτε σε παραίτηση είτε σε βεβιασμένες επιλογές, νιώθοντας συχνά ένα βάρος δυσβάσταχτο στους ώμους του. Ένα συναισθηματικό βάρος τον ακολουθεί που τον θλίβει και δεν τον αφήνει να χαρεί αυτά που έχει δημιουργήσει με δικές του προσπάθειες. Όταν προσπαθεί, η μοναξιά που ένιωσε τότε, τον κάνει συχνά να αναστέλλει τον αγώνα του και όταν τα καταφέρνει, η γεύση της ανάμνησης γιατί δεν ήταν κοντά του εκείνος είναι πικρή και αλλοιώνουν την χαρά που δεν μπορεί να εγκατασταθεί μέσα του, γιατί η αίσθηση της απουσίας καταλαμβάνει τη ζωή του .
Όταν βιάσομε ένα μπουμπούκι να ανοίξει, τότε το καταστρέφομε. Πρέπει να περιμένομε υπομονετικά, να ακολουθήσομε τους ρυθμούς του και μόνο όταν διαπιστώσομε ότι νοσεί, τότε θα πρέπει να επέμβομε. Όταν ένα βρέφος μπουσουλάει δεν το αναγκάζομε να κάνει άλματα, επειδή εμείς στην ηλικία του φαντασιώναμε πως τρέχαμε. Ένα παιδί, όταν κάνει τα λάθη του, δεν το εκδικούμαστε γιατί στο πρόσωπό του βλέπουμε τον εαυτό μας ή τον γονιό του χρεώνοντάς του τα δικά μας λάθη ή λάθη άλλων. Όταν ένας έφηβος μας πει μπορώ μόνος μου τον εμπιστευόμαστε, αλλά είμαστε κοντά του συναισθηματικά παρόντες, ώστε να συναισθανθεί τη διαθεσιμότητα μας, για να μπορεί να προχωρήσει στη ζωή του. Κι όταν ένας νέος χρειάζεται ώθηση στα νέα του ξεκινήματα, είμαστε δίπλα του με τον τρόπο που μπορεί ο καθένας μας, ώστε να αισθανθεί την παρουσία των γονιών του και να πάρει την δύναμη που χρειάζεται στα πρώτα του βήματα.
Όταν οι γονείς απουσιάζουν, τότε εμφανίζεται στο παιδί το σύμπτωμα (κατάθλιψη, βία, εξαρτήσεις κ.α) που τους καλεί να ενδιαφερθούν. Γιατί άραγε ένα σύμπτωμα να έχει περισσότερη δύναμη από τους γονείς;

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας

14 Μαΐου 2012

ο μπαμπάς μας γράφει #2: "Ένα παλιό φάρμακο..."



Εκείνη την εποχή οι κωλογειτονιές του Πειραιά έμοιαζαν λίγο με τις κωλογειτονιές της Αγγλίας, όχι μόνο λόγω της φτώχειας αλλά εξαιτίας όλων αυτών που ακολουθούν την φτώχεια. Πολύ εύκολα θα έβρισκες γεμάτη pub στις 12 το μεσημέρι, οι συμμορίες ανηλίκων ήταν γεγονός πολύ πριν τις ανακαλύψει αργότερα κάποιος “Ευαγγελάτος”. Πολύ πριν υπάρξουν Αλβανοί, Πακιστανοί και όλοι αυτοί που υποτίθεται έφεραν αυτές τις μόδες από τις πατρίδες τους. Θυμάμαι έναν πιτσιρικά που τον είχαν βάλει φωτιά άλλοι πιτσιρικάδες στην μέση της πλατείας στις 6 το απόγευμα, αλλά αυτό βεβαίως δεν ήταν κάτι που θα το διάβαζες στις εφημερίδες ούτε και θα το άκουγες στην τηλεόραση με μπόλικη σάλτσα από εθνικιστικές φανφάρες.

Από εκείνη την εποχή η πιο έντονη ανάμνηση είναι τα μηχανάκια. Ίσως επηρέασαν και λίγο οι ταινίες του Ψάλτη αλλά και πάλι πιστεύω πως ο καθοριστικός παράγοντας ήταν οι ιπποκόμοι της φτώχειας. Μόνο στον Πειραιά θα έβλεπες τόσα μηχανάκια, ίσως και στο Μπαγκλαντές. Δεν θέλαμε μοτοσυκλέτες για να βρούμε γκόμενα όπως ο -γέρο- Ψάλτης όμως, αλίμονο, όποιος δεν είχε κάνει σεξ στα 13, στα 14, βαριά στα 15, τότε μάλλον σήμαινε ότι θα παρέμενε παρθένος και στα 35. Αυτό το “πρόβλημα” το είχαμε λύσει στα σχολεία προ πολλού κι αν τύχαινε να ήσουν εντελώς κόπανος οι φίλοι σου θα σε οδηγούσαν στην οδό Φυλής με το ζόρι.

Απλώς δεν πιστεύαμε ότι θα γίνουμε ποτέ ένας “οικογενειάρχης με αυτοκίνητο” γιατί θα ήταν σαν να συζητούσαμε αγορά αεροπλάνου: εντελώς αδύνατον! Θεωρητικά και πρακτικά. Και ούτε τότε κυκλοφορούσαν τόσα πολλά αυτοκίνητα. Το μηχανάκι σου άφηνε κάποια ελπίδα, πολύ χειροπιαστή. Εξάλλου οι πιο πολλοί δουλεύαμε, παραγιοί, σερβιτόροι, βοηθοί του βοηθού, κι έτσι όλο και κάποιο χαρτζιλίκι έβγαινε. Καλοκαίρι και διακοπές για το συνηθισμένο γυμνασιόπαιδο σήμαινε “ευκαιρία να βγάλω κανένα φράγκο στην ταβέρνα της πλατείας”. Το φράγκο που δεν είχε να μου δώσει ο πατέρας μου.

Ένας αρρωστημένος μαζοχισμός μας έστελνε κάθε βράδυ πριν γυρίσουμε στα σπίτια μας να περνάμε συνέχεια από την ίδια βιτρίνα με τις street μηχανές, σαν τις γκόμενες που έκαναν βόλτες για να χαζεύουν ρούχα και παπούτσια. Ή μάλλον σαν να χαζεύεις τις ίδιες τις γκόμενες στις βιτρίνες του Άμστερνταμ.
-Πω πω κοίτα κάτι αεραγωγοί μαλάκα μου!
-Εδώ δες φρένα!
-Ααααχ! Βαααχ!
-Μου σηκώθηκε!
-Κι εγώ νομίζω είμαι ερωτευμένος
-Άντε πάμε για ύπνο
Το επόμενο βράδυ πάλι τα ίδια, για να έχουμε ωραία όνειρα. Ήταν οι μηχανές που δεν μπορούσες ν' αγοράσεις, οι μηχανές “των ενηλίκων”.

Εμείς την βολεύαμε με διάφορα αυτοσχέδια οχήματα, τις περισσότερες φορές θορυβώδη και βρωμερά. Η Castrolίλα στο μαλλί και στα ρούχα ήταν ένα είδος περιζήτητης κολόνιας. Όσο πιο πολύ βρωμούσες τόσο ανέβαιναν οι μετοχές σου στο χρηματιστήριο της πλατείας. Η μυρωδιά της διχρονίλας ήταν ο ανοιξιάτικος Μάης στις τσιμεντένιες γειτονιές. Μαζί της ανθούσαν ζιγκλεράκια, εξατμίσεις, καρμπιρατέρ, γρανάζια. Για να μη φυτρώσουν καρπαζιές αν κάποιος είχε μηχανάκι κρυφά από τον πατέρα του, συμφωνούσαμε να το παρκάρει έξω από κάποιο άλλο σπίτι και να το προσέχαμε. Διπλώματα και τέτοια πράγματα ήταν πολυτέλεια.

Κορυδαλλός, Νίκαια, Ζέα, Πασαλιμάνι, Καστέλα, ΣΕΦ, σαν λεωφορεία της γραμμής, οι παρέες με τους αλητάμπουρες είχαν σταθερές ρότες όπως τα ποστάλια στο λιμάνι. Οι “Ζητάδες” εκείνης της εποχής επίσης είχαν επηρεαστεί κάπως από τον Φώσκολο και τον Ψάλτη και παρότι ήταν κι αυτοί πρώην αλητάμπουρες που έκαναν σούζες στο γιοφύρι της Ν.Φιλαδέλφειας, δεν ήταν καθόλου φιλικοί μαζί μας. Όποτε μας σταματούσαν όμως τελικά το μετάνιωναν πάντα. Δήθεν αδιάφοροι για τις κλήσεις που θα τρώγαμε, αυτόματα σαν το σμήνος με τις σφήκες το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να περικυκλώνουμε την δική τους μηχανή.
-ΑΑΑΑΑ! Ωραίοι καθρέφτες! Τελικά θα βάλω κι εγώ!
-Αυτό το κουμπί τι κάνει;
-Εδώ κοίτα τα “κόκκινα” στο στροφόμετρο!
-Θα την βάλεις μπροστά να την ακούσουμε λίγο;
-Ναι βαλ' την λίγο να δουλέψει και κόβεις την κλήση μετά!
-ΜΗ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΓΚΑΖΙ ΡΕ ΤΣΟΓΛΑΝΕ ΘΑ ΤΗΝ ΜΠΟΥΚΩΣΕΙΣ!!!
-Νομίζω δεν έχει καλή επαναφορά. Να κοιτάξεις την ντίζα!
-Εκείνο το κουμπί τι κάνει; Δεν έχω ξαναδεί.
-Μπορεί να πετάει σφαίρες!
-Όχι κλήσεις!

Στο τέλος μας σιχτίριζαν, έτρωγε κι ο πιο τυχερός καμιά σβουριχτή μπάφλα και μας έδιωχναν στον αγύριστο, ανακουφισμένοι.

-ΕΓΩ ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΙΜΑΙ ΠΟΥ ΦΟΡΑΩ ΚΡΑΝΟΣ;
-Εμ τι; Ζέστη δεν κάνει;
-Εγώ έχω κλειστοφοβία δε το κάνω επίτηδες
-Εμένα μου το κλέψανε
-Δεν έχω λεφτά για κράνη
-Μπορεί να χτυπήσεις άσχημα με το κράνος! Μια φορά ένας φίλος μου...
-ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙΤΕ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΚΙ ΕΓΩ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ!

Κι έκανε ντε και καλά πως πιάνει το πιστόλι.
Φεύγαμε γελαστοί σαν τους καλικάντζαρους με διπλά “πατιλίκια” και “ξερογκαζιές” κάνοντας ακόμη πιο πολλούς θορύβους από πριν. Ξέραμε την αχίλλειο πτέρνα τους απ' έξω κι ανακατωτά. Κι αν ο ίδιος άνθρωπος σε πετύχαινε μόνο σου, το πιο πιθανό θα ήταν να σε στόλιζε με 40 κλήσεις. Γι' αυτό οι πλατείες και οι παρέες με τα μηχανάκια ήταν το social network της εποχής. Το “πάμε πλατεία” δεν ήταν τυχαία φράση.

Ο εθισμός στο castrol γρήγορα φέρνει και τον εθισμό στην χημεία. Ένας μακαρίτης πρεζάκιας συμμαθητής μου έλεγε “πιστεύεις πως υπάρχει κόλαση και παράδεισος; Αφού είναι όλα χημεία! Ακριβώς όπως δημιουργήθηκες, ΠΑΦΦΦ και χάνεσαι! Εντελώς. Ολοκληρωτικά. Μια για πάντα. Και η πρέζα χημεία είναι λοιπόν”.
Δεν το κατάλαβα αυτό με τις χημείες ούτε και είμαι σίγουρος πως γλυτώνεις τόσο εύκολα από αυτόν τον κόσμο ή τον άλλον, αλλά πολλά χρόνια αργότερα το φιλοσόφησα λίγο το θέμα. Μήπως χημεία δεν είναι κι ο έρωτας; Χημικές ενώσεις που τρελαίνουν τον εγκέφαλο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα; Δεν τρως, δεν κοιμάσαι, το μυαλό σου είναι κολλημένο συνέχεια σε ένα πράγμα. Κόλπο της φύσεως. Για να σε ρίξει στην παγίδα. Και όχι ο έρωτας δεν κρατάει για πάντα, αυτό είναι ψέμματα. Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε αλλά δεν είναι αλήθεια. Ο κεραυνός αυτός που τρως κατακούτελα πάντα έχει ημερομηνία λήξεως, αν θα μετουσιωθεί σε “αγάπη” αυτό είναι άλλο καπέλο. Κι ο γάτος το Γενάρη λυσσάει, μετά του περνάει, ξαναγίνεται φυσιολογικός. Μόλις η φύση κάνει τη δουλειά της τον αφήνει στην ησυχία του.

Μήπως χημεία δεν είναι ο πόνος; Η πείνα; Το άγχος; Το σεξ; Αν είσαι... Δαλάι Λάμα και ελέγχεις αυτές τις χημείες στο μυαλό σου μπορείς να γυρνάς ξεβράκωτος στις κορυφές του Θιβέτ. Κι ο ίδιος ο πόνος φέρνει άλλες χημικές ουσίες στο προσκήνιο, για να αντέχεις τον πόνο. Γι' αυτό κάπου αυτοί οι τύποι με τα ολόσωμα τατουάζ για παράδειγμα έχουν κι έναν εθισμό σ' αυτές τις ουσίες. Θυμάμαι στο πρώτο τατουάζ πόνεσα πολύ, στο δεύτερο όχι και τόσο, στο τρίτο μου άρεσε κιόλας το κάψιμο της βελόνας. Κάτι είχε αλλάξει. Ο οργανισμός ενημερωμένος πλέον στέλνει την σωτηρία μια ώρα αρχύτερα. Χημείες!

Η χημεία της αδρεναλίνης είναι από τις πιο δυνατές που υπάρχουν. Ευλογημένη ουσία! Σε δράση θα μπορούσε να συγκριθεί με τη μορφίνη. Αν σε καταπιεί η αδρεναλίνη δεν θες να βγεις από αυτήν με τίποτα. Γιατρεύει τον πόνο, την θλίψη, τον φόβο, την πείνα, τον έρωτα, το κάπνισμα, ίσως και τον καρκίνο τον ίδιο, ποιος ξέρει; Μόλις βάλεις τη μηχανή στο “νύχι” και καθίσεις στην πολυθρόνα του σπιτιού σου περνούν ώρες μέχρι να σταματήσεις να αισθάνεσαι σαν κουνημένη coca-cola. Έτσι πάντα τα μηχανάκια θα έχουν σχέση με την χημεία του σώματος. Αλλιώς είναι να καβαλάς το μουλάρι κι αλλιώς να καβαλάς ρουκέτα. Κι όταν έχεις καβαλήσει ρουκέτα δεν θες ούτε να το βλέπεις το μουλάρι. Κι ας είναι επικίνδυνη. Είναι ζωογόνος! Είναι φάρμακο!

Λοιπόν οι περισσότεροι από αυτούς τους φίλους μου στην πραγματικότητα ήθελαν αυτοκίνητο από την αρχή. “Να σοβαρευτούν, να γίνουν άνθρωποι”. Ενώ κάποιοι άλλοι σαν εμένα κατά βάθος ήθελαν το γιατρικό τους, την δόση τους. Έτσι με το πέρασμα του χρόνου λίγοι μείναμε να καβαλάμε ακόμη, γιατί λίγοι καταλάβαμε την συνταγή. Δεν έχω νεύρα για αυτοκίνητα και ούτε αντιμετωπίζω την μοτοσυκλέτα σαν “μεταφορικό μέσον”. Προτιμώ να βρέχομαι αλλά να φτάνω σπίτι μου σαν άνθρωπος, όχι σαν Αττίλας με κλωτσιές και με βρισιές. Μάλλον την βλέπω σαν το μαγικό φίλτρο του Αστερίξ. Αν είμαι τσαντισμένος, θλιμμένος, γκρινιάρης, με πνίγει η μούχλα και με πλακώνουν τα ταβάνια, η ίδια μου η γυναίκα θυμώνει και λέει “ΔΕ ΠΑΣ ΚΑΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΛΕΩ ΓΩ;”. Δεν εννοεί βεβαίως να πάω στις πουτάνες ούτε να πάω για μπύρες. Ξέρει αυτή!


Άντε, περαστικά μας...

13 Μαΐου 2012

Χρόνια μας πολλά μαμάδες γλυκιές!


Ο καλός μου πεθερούλης μας/μου έγραψε ένα ποίημα....το διάβασα πρωί πρωί η μάνα και με πήραν τα ζουμιά (πολύ ευσυγκίνητη έγινα από τότε που έγινα μαμά μου φαίνεται) !

Σας το αφιερώνω και εγώ με την σειρά μου!


ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΜΑΝΑΔΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!!!

ΜΑΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ
***
Για τη μάνα τη γλυκιά μας
πόσα ποιηματα γραμμένα
πόσα λογια ειπωμένα
τι πειράζει αν θα γράψω
προς τιμήν της άλλο ένα.
***
Ένα όνομα που τόσοι
το'χουν χιλιοτραγουδήσει
κι ολοι το'χουμ'αγαπήσει
λόγιοι, σοφοί, μεγάλοι
πρώτο το'χουνε υμνήσει.
***
Πρότυπο αυτοθυσίας
παραδείγματα μυριάδες
απο τραγικές μανάδες
τα παιδιά τους να γλυτώσουν
μάχες 'δωσαν με φονιάδες.
***
Σ'οποια τάξη κι αν ανήκει
στη σκληρή μας κοινωνία
η διαφορά καμία
προστατεύει τα παιδιά της
με την ίδια αγωνία.
***
Και αν βρεθείς κυνηγημένος
και ο κόσμος απορρίψει
και ζητά να σε συνθλίψει
μόνο αυτή στην αγκαλιά της
με στοργή θε να σε κρύψει.
***
Κι ενα ορφανό ρωτήστε
που απο μάνα δε γνωρίζει
κι ούτε πως θα βρει ελπίζει
να σας πει αυτό πως νοιώθει
κι η ζωη του πόσο αξίζει.
***
Και σ'ανθρώπους και σε ζώα
σε ανατολή και δύση
και σ'ολόκληρη τη φύση
μάνα ειναι μόνο μια
ποιος τολμά ν'αμφισβητήσει.
***
Κι αν το τέλος πλησιάζει
πριν τον κόσμο αυτό αφήσει
τα παιδιά της θα ζητήσει
το στερνό να δώσει χάδι
πριν τα μάτια της να κλείσει.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΕΜΠΕΣΗΣ





Χρόνια μας πολλά γλυκιές Μαμάδες!

10 Μαΐου 2012

Σαββατοκύριακο Εκδηλώσεων στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο



Το Σαββατοκύριακο 12-13 Μαΐου οι μικροί επισκέπτες του Πάρκου δεν θα γνωρίσουν μόνο και θα χαρούν από κοντά τα περισσότερα από 2000 ζώα του αλλά θα έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν και σε μια σειρά εκδηλώσεων.

Το Σάββατο  12 Μαΐου 2012, στις 12 το μεσημέρι, το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ προσκαλούν τους μικρούς τους φίλους σε εκδήλωση με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Μάγου

Ο ΒΡΟΜΟΓΟΡΓΟΠΟΔΑΡΟΣ



Ο Γρηγόρης Γοργοπόδαρος είναι ο πιο γρήγορος λαγός του δάσους,
που κάθε χρόνο κερδίζει το πρώτο βραβείο στον μαραθώνιο διαγωνισμό,
ώσπου μια μέρα όλα τα ζώα του δάσους αρχίζουν να τον αποφεύγουν και εκείνος κλείνεται στο σπίτι του. Τι συμβαίνει στον Γρηγόρη;Η ηθοποιός και εμψυχώτρια Πωλίνα Γουρδέα περιμένει όλους τους μικρούς του φίλους, για να βοηθήσουν τον Γρηγόρη να λύσει το πρόβλημά του και να ξαναγίνει ο πιο δημοφιλής λαγός στο δάσος.


Την Kυριακή 13 Μαΐου 2012 από τις 11:30 μέχρι τις 13:30 γιορτάζουμε την ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ μαζί με τους εκπαιδευτικούς του Myplayce. Οι μικροί μας φίλοι θα έχουν τη δυνατότητα να φτιάξουν λουλούδια από γκοφρέ και να τα προσφέρουν στις μητέρες τους.