22 Ιουνίου 2012

Η γιαγιά μου η Λεμονιά...



Η γιαγιά μου η Λεμονιά ήταν ένας "αγράμματος" άνθρωπος. Υπέγραφε με σταυρό να φανταστείτε αλλά ήταν ο πιο έξυπνος, ο πιο ειλικρινής και ο πιο καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα! Ίσως να το βλέπω υποκειμενικά, αλλά για μένα ήταν η ιδανική ΓΙΑΓΙΑ με όλα τα γράμματα κεφαλαία! 

Έφυγε από την ζωή πριν 22 χρόνια στις 7 Ιανουαρίου, όταν εγώ ήμουν 17 κι εκείνη 64.

Θυμάμαι πως ήμουν 2α Λυκείου τότε και πήγα με μαύρα ρούχα στο σχολείο.

Θυμάμαι την φιλόλογο να με ειρωνεύεται :
"Γιατί φοράς μαύρα Σοφιανίδου, πέθανε κανείς;"
Νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα μπροστά σε "ξένους" από ένα συνοθύλλευμα συναισθημάτων...πόνο, θλίψη...η δημόσια ειρωνία που εισέπραξα!!
Βέβαια ακόμη "έχω μπροστά στα μάτια μου" την φάτσα της φιλολόγου όταν ανακάλυψε πως ΝΑΙ ΕΙΧΕ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ... κάποιος δικός μου άνθρωπος...η 2η μου μάνα!

Εκείνη η γλυκιά στρουμπουλή γυναίκα που είχε μείνει 40 κιλά από τον καρκίνο και εγώ ξαπλωμένη δίπλα της στο κρεββάτι μετά το σχολείο,  έβρεχα τα χείλη της με βρεγμένο βαμβάκι γιατί διψούσε και δεν μπορούσε να καταπιεί πια! Κι εκείνη μέσα στον πόνο της με συμβούλευε τι να κάνω και τι να μην κάνω με το πρώτο μου αγόρι τότε! Και αυτή η σπιρτάδα στο βλέμμα της...όσο χάλια κι αν ήταν! Αυτή η σπιρτάδα!

Θυμάμαι τρελλενόταν να βλέπει "Τόλμη και Γοητεία" και τα καλοκαίρια που ήμουν 3 μήνες μαζί της στο χωριό βλέπαμε μαζί και ενώ της διάβαζα φωναχτά τους υπότιτλους για να καταλαβαίνει τι λένε, 5 στις 10 φορές με προλάβαινε και μου έλεγε τι είχαν πει πριν ακόμη τους διαβάσω! Αφού την ρωτούσα "Γιαγιά μήπως μας κοροιδεύεις και ξέρεις να διαβάζεις τελικά;" Ακόμη θυμάμαι το γλυκό της χαμόγελο σε κάθε μου τέτοια ερώτηση!

Θυμάμαι να φτάνουμε με τον μπαμπά μου στο χωριό, καταλάβαινε τον ήχο του αυτοκινήτου και έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού (πάντα φορώντας μια ποδιά στην μέση της) σκουπίζοντας τα χέρια της, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και με τα χέρια ανοιχτά για πολλές αγκαλιές!

Θυμάμαι να πλέκει τσιγκελάκι και να φτιάχνει την "προίκα μας" πάντα με δύο ζευγάρια γυαλιά! Φορούσε εκείνα που έβλεπε μακριά και από πάνω έβαζε εκείνα για κοντά για να μπορεί να πλέκει και να μας προσέχει ταυτόχρονα!

Θυμάμαι να ζυμώνει ψωμί και να στέλνει τον παππού στον κήπο άγρια χαράματα να μας φέρει κολοκυθοανθούς να μας μαγειρέψει γιατί θα ερχόταν η μαμά μου στο χωριό και ήταν το αγαπημένο της φαγητό! "Σήκω Κώτσο να πας...θα κλείσουν τα λουλούδια και δεν θα γεμίζουν! και έρχεται η Φανούλα σήμερα!"

Εκτός από τα εγγόνια της αγαπούσε πολύ και τα 5 παιδιά της! Ο καημός της ο μεγάλος ήταν που η μεγάλη της η κόρη (η θεία μου η Καίτη) είχε φύγει παιδούλα στην Αυστραλία με τον άντρα της και δεν μπορούσε να χαρεί τα εγγόνια της! Πολλές φορές την έπιανα να κλαίει (χωρίς λόγο νόμιζα εγώ) και όταν την ρώταγα "Γιαγιά γιατί κλαίς; Μάλωσες με τον παππού;" μου χαμογέλαγε και που απαντούσε "Όταν γίνεις μάνα θα καταλάβεις!" Μεγαλώνοντας έκανα τους συνειρμούς! Κατάλαβα!

Δεν ξέρω γιατί σήμερα θέλησα να γράψω για την γιαγιά μου...ίσως να έχω ανάγκη από τέτοιους "αγράμματους" ανθρώπους στην ζωή μου...ΣΙΓΟΥΡΑ μου λείπει πολύ και στεναχωριέμαι που δεν γνώρισε την ΔΙΚΗ ΜΟΥ οικογένεια...που δεν έπαιξε με το ΔΙΚΟ ΜΟΥ παιδί!

Σ' αγαπώ πολύ γιαγιά!  

Ξέρω πως με προσέχεις και ξέρω πως έχετε μαζευτεί εκεί πάνω οι καλύτεροι!

Το Σοφάκι σου!

2 Ιουνίου 2012

Αγγελική Μπολουδάκη #3 : Η μητέρα και η κόρη


Μια γυναίκα ανακαλύπτει πως είναι γυναίκα, όταν μια μητέρα επιβεβαιώσει τη θηλυκή της υπόσταση. Αποκτά την ταυτότητα του φύλου της, όταν καθρεφτιστεί στα μάτια της μητέρας της και διαπιστώσει ότι η γυναικεία της φύση είναι καλοδεχούμενη.
Ένα κορίτσι δεν μπορεί να δεχτεί το φύλο του, αν κάποιος δεν πιστέψει σε αυτό. Μια γυναίκα που ήταν σε θεραπευτική διεργασία έλεγε χαρακτηριστικά. «Η μητέρα μου δεν αναφερόταν ποτέ στο γεγονός ότι ήμουν όμορφη. Το εισέπραττα από το περιβάλλον μου, αλλά το ένιωθα ως ενοχή, γιατί εκείνη δεν το αποδεχόταν».
Ένα κορίτσι όσο είναι βρέφος γοητεύεται από το βλέμμα της μητέρας του και στη ματιά της συναντά την θηλυκή της φύση! Αν η μητέρα την κοιτάξει με θαυμασμό, αν δει το πρόσωπο της να καθρεφτίζεται στα μάτια της μητέρας της και αντικρίσει την λαχτάρα της για εκείνη, τότε μεγαλώνοντας και ενώ πλέον έχει ενσωματώσει τα θηλυκά της στοιχεία, στρέφεται στον πατέρα της για να εσωτερικεύσει το δικό του θαυμασμό και την περηφάνια του για εκείνη. Τότε επιτρέπει στον εαυτό της να μεγαλώσει, να συνενώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς της και να σμιλευτεί σαν γυναίκα.

Μια μητέρα αγκαλιάζει την κόρη της και την κοιτά τρυφερά καλωσορίζοντας τον ερχομό της στην ζωή της. Ανοίγει διάπλατα την καρδιά της και της την προσφέρει για να χωρέσει η ζωή της κόρης της σε εκείνη και όσο την κοιτά ένα μελιστάλαχτο φως λάμπει στις εικόνες της που το διατηρεί, ακόμα και αν ακουμπήσει τα πιο βαθιά σκοτάδια. Την γλυκαίνει με το βλέμμα της και με τη μελωδική της φωνή απαλύνει τα ακούσματά της, για να μην τρομάζει όταν συναντά τους φόβους της, να μην τους προσπερνά, αλλά να κάνει ένα διάλογο μαζί τους, ξεφυτρώνοντας σαν θηλυκή πριγκίπισσα τα αγριόχορτα που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της και την κρατούν δέσμια στην παθητική της φύση, ανήμπορη να διαχειριστεί και να αξιοποιήσει τις αλλαγές της.

Το βλέμμα της την αγκαλιάζει προστατευτικά όσο της μιλά για την ζωή, ώστε η κόρη να αισθανθεί θελκτικό το καλωσόρισμά της σε αυτήν και όπως ξεδιπλώνεται ή προσωπική της ιστορία θα την απολαμβάνει με καρτερία αλλά και λαχτάρα. Στη ματιά της όπως της παρουσιάζει τον κόσμο αναβλύζει ένας ενθουσιασμός για τα χρώματα που ντύνουν την φύση, για τα πλάσματα που ξεδιψούν στην θάλασσα βουτώντας αδιάκοπα σε αυτήν, για την ελευθερία που κατακτάμε στον ηλιοφώτιστο ουρανό! 

Και όταν φτάσουν οι δύο τους στα αστέρια, τότε με μια ελευθερία στο βλέμμα θα της μιλήσει για τη δημιουργικότητα της, για να υποστηρίξει την προσπάθεια της να δεσμευτεί με τα δημιουργήματα της τα οποία θα τα φτιάξει με υλικό των αστεριών εμποτίζοντας τα στην επιθυμία της μητέρας της για εκείνη! Αν δεν ενωθεί με εκείνη τη στιγμή που της μιλάει για καθετί ουράνιο, το οποίο μπορεί να το πλάσει με ένα γήινο τρόπο δένοντας την φαντασία με την πραγματικότητα, τότε θα κατοικεί αλύπητα σε ένα σύννεφο, εγκλωβισμένη σε αυτό, με σκουρόχρωμες εικόνες να ξεθωριάζουν την ύπαρξή της.
Στα μάτια της μητέρας όσο της μιλάει για καθετί όμορφο θα υπάρχει ένας ολόφωτος ενθουσιασμός για την κόρη της, ενώ η εμπιστοσύνη για εκείνη θα υπερχειλίζει, δίνοντας της την αίσθηση πως μπορεί να τα καταφέρει στις διαδρομές της, αρκεί να πλάσει την ζωή της, να την σμιλέψει με αγάπη και αλήθεια, για να πορεύεται σε αυτήν με περηφάνια, χωρίς την ντροπή να στιγματίζει την ζωή της. Ακόμα και ένα λάθος να κάνει δεν θα το χρεώνει στον εαυτό της, αλλά θα το γεύεται σαν εμπειρία που θα την οδηγεί σε δρόμους, όπου η αλήθεια θα παραμένει αναλλοίωτη, ενώ η αυθεντικότητα θα είναι οδηγός της.

Οι άνθρωποι που θα την συντροφεύουν θα έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και θα τολμούν για την ζωή τους, ώστε να τους θαυμάζει και να συμπορεύεται μαζί τους δημιουργώντας σχέσεις εκτίμησης, πίστης και βαθιάς αγάπης.

Στον καθάριο τρόπο που την κοιτά δεν πρέπει να υπάρχει σαγήνη, αλλά θαυμασμός για την ομορφιά του προσώπου και της ψυχής του παιδιού της. Η σαγήνη εμπεριέχει την σκλαβιά, προκειμένου το πρόσωπο που κοιτάει κάποιος να αιχμαλωτιστεί για να τον υπηρετήσει στα ελλείμματα του και μετατρέπεται σταδιακά σε ένα αντικείμενο που χάνει την αξία του και περιφέρεται άσκοπα, μήπως και βρει τα μέρη του σκορπισμένα στο χρόνο για να ενώσει ό,τι αποδεκατίστηκε. 

Αν η μητέρα κοιτά την κόρη της με τρόπο που προσδοκά μέσα από αυτήν να ζήσει τη ζωή που γλίστρησε από τα χέρια της, να κατακτήσει ακορφολογητους πόθους, απάτητες περιοχές, μέσα από την ζωή του παιδιού της και διψασμένη προσδοκά να πατήσει στα βήματά της για να βρει τα χνάρια της, τότε η κόρη αναδιπλώνεται, αιχμαλωτίζεται σε λάγνα βλέμματα που γυρεύουν από εκείνη μέρη της ζωής της και δεν την επιθυμούν ολάκερη. Προσφέρει τμήματα του εαυτού της, γιατί δεν νιώθει άρτια με σκοπό να κατακτήσει τον εαυτό της μέσω του άλλου. Σχέσεις χρηστικές, σχέσεις αδιέξοδες που δεν βρίσκει απάγκιο πουθενά και τα όνειρα της στεγνώνουν σε άνυδρες ‘αγάπες’, σε αδηφάγες συμπορεύσεις, σε απροσανατόλιστους δρόμους, σε αχαρτογράφητες χώρες. Αναλωμένη, χαμένη σε αχανείς εκτάσεις, χωρίς ένα πλαίσιο να ακουμπήσει σε αυτό την ψυχή της, να ερμηνεύσει το χάος της, να περιγράψει την ζωή της, η πίστη της ροκανίζεται, η εμπιστοσύνη της ραγίζει, και η ελπίδα της κάνει τους στόχους της να χαμηλώνουν, ενώ δυσκολεύεται να πειστεί πως υπάρχει δρόμος, υπάρχει ελπίδα, υπάρχουν άνθρωποι που θα την αγαπούν για εκείνη και που θα είναι σημαντική για την καρδιά τους. Δεν θα χρειάζεται αφυδατωμένους ανθρώπους να τους δώσει την σταγόνα της και να μείνει έρημος χωρίς μια όαση καρδιάς. Θα συναντά εκείνους που η καρδιά τους θα γίνεται μια φωλιά για την δική της και μαζί θα εκκολάπτουν τους νεοσσούς της δημιουργικότητάς τους, θα χαίρονται τα ύψη της αγάπης τους.

Και βέβαια κάθε αίσθηση ανταγωνισμού από την πλευρά της μητέρας στην σκέψη πως η κόρη θα ζήσει μια ζωή που δεν έζησε εκείνη θα υποχωρεί, γιατί διαφορετικά η κόρη θα λυγίζει ένοχα μπροστά στη νίκη, θα γυρεύει απεγνωσμένα από άλλες γυναίκες να γίνουν οι φάροι της, θα καθηλώνεται σε σχέσεις χωρίς να μπορεί να παίρνει αποφάσεις και ένα νεφέλωμα θα οδηγεί την ζωή της χαμένη σε μια ομίχλη και ενώ το λίγο θα ακουμπά τις αισθήσεις και τα συναισθήματά της, εκείνη θα στρέφει αλλού τη ζωή της, για να μην ανταμώσει με την αλήθεια της, επαιτώντας από το τίποτα να γίνει λίγο για να ξεγελαστεί με τα ψίχουλα. Πλανεμένη θα ζει σε ένα κόσμο σκότους, ενώ τα αστέρια θα απουσιάζουν από τη ζωή της για να της δείξουν τον δρόμο, γιατί απλά δεν θα τα βλέπει, δεν θα τα αναγνωρίζει, δεν θα αποκτούν υπόσταση μέσα της. Μια κινουμένη μαριονέτα που θα ακολουθεί τους άλλους στα βήματά τους, ακόμα κι αν η ζωή της γεμίζει από γκρίζο, ακόμα κι αν βάφεται με χρώματα θανάτου.

Ένα κορίτσι χρειάζεται την μητέρα της για να της πει πως την αγαπάει βαθιά, πως αγαπάει την ψυχή και το σώμα της. Χρειάζεται να νιώσει την περηφάνια της για εκείνη να την διαπερνά, ώστε οι επιλογές της να εμποτίζονται σε αυτήν.

Πώς αλλιώς θα μάθει να κοιτά τον έναστρο ουρανό, να τον πλάθει στην φαντασία της και μετά να τον σχηματίζει στην ζωή της. 

Και όταν η μητέρα την θαυμάσει βαθιά για την ικανότητα της να σμιλεύει έργα τέχνης, τότε θα της μιλήσει για τον άντρα στην ζωή της. 

Έναν άντρα που θα μπορεί να ταξιδέψει στο πλάι της, έναν άντρα που θα την αγαπάει ολάκερη, έναν άντρα που θα την επιθυμεί βαθιά και μαζί θα χαίρονται μια σχέση δέσμευσης που θα χαρακτηρίζεται από διάρκεια, ενώ θα επισφραγίζεται από σεβασμό, εκτίμηση, ελευθερία ψυχής, ανάταση!

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας – Συγγραφέας

ο μπαμπάς μας γράφει #3: Ένας περαστικός....

Προσγειώθηκε στην τέντα του μπαλκονιού από την μέσα πλευρά και σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία για να κάνω τη Μαρκέλλα να ενθουσιαστεί, αλλά κατά βάθος ήξερα πως αυτό το τεράστιο παχουλό τζίτζικα θα τον έπιανα έτσι κι αλλιώς, αυτόματα. Ήταν και λίγο σπάνιος για το μέγεθός του. Ήθελα να τον γραπώσω αιφνιδιαστικά χωρίς να με δει πριν προλάβει να πετάξει με πολύ γρήγορη κίνηση αλλά χωρίς να πάθει κακό και φύγει σακάτης. Έχει και μία δόση κυνηγίου το θέμα, ενδεχόμενη αποτυχία, το τζιτζίκι να είναι πιο έξυπνο από σένα, έχει μια γουλιά απογοήτευσης επίσης.

Έτσι όπως τον είχα πιάσει με τα δύο δάχτυλα για να τον εξετάσω καλύτερα, με τα μικρά του αγκαθωτά ποδαράκια να παλεύουν απεγνωσμένα στον αέρα και με την όχι και τόσο χαριτωμένη κοιλίτσα του, φαντάστηκα την Μαρκέλλα να ουρλιάζει θέλοντας να τον πιάσει απεγνωσμένα, γιατί και φίδι να ήταν πάλι το ίδιο θα ήθελε η παιδική αφέλεια μαζί με την περιέργεια και την δίψα για εξερεύνηση. Καθόλου απίθανο έτσι όπως θα τον κρατούσε με τη χερούκλα της με χαριτωμενιά αλλά χωρίς να σου αφήσει καθόλου χρόνο αντίδρασης, να του δαγκώσει το κεφάλι και να το κρατσανίσει γεμάτη απόλαυση. Αυτό ήταν ένας ανασταλτικός λόγος να μην την φωνάξω να δει το θέαμα, αλλά και πάλι ψέμματα είπα στον εαυτό μου γιατί αν ήθελα να σώσω τον τζίτζικα θα τον έσωζα. Δεν θα τον άφηνα έτσι έρμαιο στα χέρια της γιατί δεν θα μάθαινε τίποτα. Άλλος ήταν ο λόγος της αναστολής. Δεν την φώναξα γιατί κόλλησα για λίγο χαζεύοντάς τον κι αναρωτήθηκα γιατί τότε έχω μια αλλεργία στις επαφές μου με τα έντομα. Δε θέλω με τίποτα να βλέπω κατσαριδάκια, άλλα περίεργα αρθρόποδα με δαγκάνες ή κεραίες όσο μικρά κι αν είναι, φτερωτά αντικείμενα, ουγκαντέζικα ζωύφια που μόνο μια φορά στη ζωή σου τα πετυχαίνεις, δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι πως θα βρεθώ στο μονοπάτι της σαρανταποδαρούσας. Μπορείς να βασανίσεις το μυαλό σου με δαύτα άμα θες. Και ειδικά αν έχουν επιδόσεις στην υψηλή ταχύτητα όπως η κατσαρίδα των Αθηνών η ανατριχίλα με διαπερνά σ' όλη την πλάτη, πραγματικά θυμώνω όταν αναγκαστώ να κυνηγήσω και να ακούσω και το “κράτς” από την σόλα. Τα παίρνω στο κρανίο όσο και με τις μύγες. Τρισκατάρατες κατάρες σε όλο τους το είδος όταν αρχίσουν να μ' ενοχλούν τέτοια πράγματα, βρίσκω πολύ σωστό και δικαιολογώ και τον χημικό, και τον ραδιοβιολογικό, και τον πυρηνικό πόλεμο άμα χρειαστεί να το ευχαριστηθώ περισσότερο παίρνοντας εκδίκηση από ένα έντομο που επιμένει. Τη μύγα που με τρώει και ξερνάει την τροφή της επάνω μου και έπειτα τα ξανατρώει, και ανάθεμα την ώρα να ξέρεις και τέτοιες λεπτομέρειες όσο μικροσκοπικές κι αν είναι, τότε είναι που κηρύττεις ολοκληρωτικά τον πόλεμο χωρίς να δείχνεις καμία ανοχή.

Φαντάζομαι την τεχνολογία να συνειδητοποιεί πως έχουμε χάσει 2 ανθρωπότητες χάριν σε ένα παλιοκούνουπο και ιπτάμενα λέιζερ σε σμήνη των χιλιάδων ν' αρχίζουν το μακελειό του πολέμου των ειδών σαν το “terminator” ένα πράγμα, τον ίδιο τον Σβαρτσενέγκερ να τα δέρνει και πεθαμένα. Κι αν το καλοσκεφτείς αν ήταν ορατές οι τρισεκατομμύρια κατσαρίδες των Αθηνών, όλοι θα το έσκαγαν κακήν κακώς. Βολεύει πως αν και βρίσκονται κυριολεκτικά παντού κανένας δεν τις βλέπει στις τρύπες των τούβλων να κόβουν βόλτες με το γνωστό γαργαλιστικό τους περπάτημα, μία φρίκη σκέτη θα ήταν να είχαμε ακτίνες Χ στα μάτια και να βλέπαμε κάτω από τα πατώματα, στους υπονόμους και τα σιφώνια. Με τις αράχνες θέλησα να κρατήσω πιο πολιτισμένη στάση τα τελευταία χρόνια δείχνοντας μεγάλη ανοχή, αποφεύγω αν μπορώ να τις σκοτώσω αλλά σίγουρα δεν θα ερωτευτούμε κιόλας, ούτε με τους σκορπιούς πρόκειται να γίνουμε ποτέ φίλοι, και γενικά θα προτιμούσα τη συγκατοίκηση με λιοντάρι παρά με τέτοια πράγματα.

Αλλά να που κρατούσα σα να μη συμβαίνει τίποτα ένα μικρό τέρας σε μέγεθος όσο ένα μικρό σπουργίτι και όχι μόνο αισθανόμουν ωραία, αλλά ποτέ και με τίποτα δεν θα μπορούσα να το δω σαν απειλή ακόμη κι αν αποφάσιζε να κόβει βόλτες επάνω μου. Μου έδωσε χαρά από την ώρα που τον είδα να πέφτει θύμα στη λάθος επιλογή της τέντας. Ή πάλι ίσως ήθελε να ξεφύγει από τα χελιδόνια, αλλά πλέον το μόνο που είχε σημασία ήταν αν έμαθε τίποτε από το σφάλμα του. Έχω γραπώσει άπειρα τζιτζίκια και πρώτη φορά συνειδητοποίησα γιατί υπήρχε αυτή η οικειότητα.

Μα γιατί ασφαλώς το ίδιο έκανε ο πατέρας μου! Θυμάμαι πόσο συναρπαστικό ήταν, κι ακόμα πιο συναρπαστικό όταν αποφάσιζε να βασανίζει την μάνα μου με τη θέα του τζίτζικα σαν απειλή. Ρωτούσε αν ήταν καλύτερα στο σβέρκο και μετά τον χάιδευε με το δάχτυλο σαν να ήταν σκύλος ντε και καλά ότι δεν είναι καθόλου επικίνδυνο αν το επιχειρήσει στ' αλήθεια. Όταν ευχαριστιόμασταν γέλιο με την σιχασιά της μάνας μου τον αμολούσε στον ουρανό. Περίπου το ίδιο συνέβαινε αν το μενού είχε σαλιγκάρια ή αρνίσιο κεφαλάκι ή γλώσσες, τα πιο σιχαμερά πράγματα ήταν και τα πιο αστεία. Μερικά από αυτά τα τρώω και χωρίς να μ' αρέσουν για να κάνω πλάκα στους άλλους. Δεν είναι καθόλου επιβεβαίωση ανδρισμού να τρως ακρίδες σουβλάκι εδώ που τα λέμε, αλλά όλα στο μυαλό είναι τελικά. Και όντως αν ο πατέρας μου κυνηγούσε αρκούδες μάλλον θα κυνηγούσα κι εγώ αρκούδες, αν έσφαζε άλλα ζώα δεν θα είχα κανέναν ενδοιασμό να κάνω το ίδιο, και ποιος ξέρει; Μπορεί και να βοσκούσα κατσαρίδες αν μου είχε δείξει το ίδιο ο πατέρας μου. Η ανάμνηση του τζίτζικα έμεινε για πάντα εύθυμη και συνοδεύει κάθε εμφάνισή του, γιατί έτσι έμεινε χαραγμένο στη βάση του μυαλού. Αυτή ήταν η πρωτογενής αποτύπωση της εικόνας ενός τζίτζικα και πλέον δεν θα άλλαζε ποτέ.

Μετά τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως είχε τελειώσει η αποστολή του για την ώρα. Η Μαρκέλλα ήδη με έψαχνε με γοργά βηματάκια και τον ευχαρίστησα για τη συμμετοχή του και τον έδιωξα στα μουλωχτά στον ουρανό. Δεν ήταν ακόμη ώρα. Εξάλλου έλειπε η μάνα της που ήταν βασικό κομμάτι του παζλ, ήταν τυχερή που έλειπε και την γλύτωσε. Τζιτζίκια θα 'χουμε να πιάνουμε. Το πιο πιθανό είναι μια μέρα η Μαρκέλλα με υφάκι να βασανίζει τον άντρα της με τζιτζίκια αλλά μακάρι να τον βασανίζει μόνο έτσι.