2 Ιουνίου 2012

ο μπαμπάς μας γράφει #3: Ένας περαστικός....

Προσγειώθηκε στην τέντα του μπαλκονιού από την μέσα πλευρά και σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία για να κάνω τη Μαρκέλλα να ενθουσιαστεί, αλλά κατά βάθος ήξερα πως αυτό το τεράστιο παχουλό τζίτζικα θα τον έπιανα έτσι κι αλλιώς, αυτόματα. Ήταν και λίγο σπάνιος για το μέγεθός του. Ήθελα να τον γραπώσω αιφνιδιαστικά χωρίς να με δει πριν προλάβει να πετάξει με πολύ γρήγορη κίνηση αλλά χωρίς να πάθει κακό και φύγει σακάτης. Έχει και μία δόση κυνηγίου το θέμα, ενδεχόμενη αποτυχία, το τζιτζίκι να είναι πιο έξυπνο από σένα, έχει μια γουλιά απογοήτευσης επίσης.

Έτσι όπως τον είχα πιάσει με τα δύο δάχτυλα για να τον εξετάσω καλύτερα, με τα μικρά του αγκαθωτά ποδαράκια να παλεύουν απεγνωσμένα στον αέρα και με την όχι και τόσο χαριτωμένη κοιλίτσα του, φαντάστηκα την Μαρκέλλα να ουρλιάζει θέλοντας να τον πιάσει απεγνωσμένα, γιατί και φίδι να ήταν πάλι το ίδιο θα ήθελε η παιδική αφέλεια μαζί με την περιέργεια και την δίψα για εξερεύνηση. Καθόλου απίθανο έτσι όπως θα τον κρατούσε με τη χερούκλα της με χαριτωμενιά αλλά χωρίς να σου αφήσει καθόλου χρόνο αντίδρασης, να του δαγκώσει το κεφάλι και να το κρατσανίσει γεμάτη απόλαυση. Αυτό ήταν ένας ανασταλτικός λόγος να μην την φωνάξω να δει το θέαμα, αλλά και πάλι ψέμματα είπα στον εαυτό μου γιατί αν ήθελα να σώσω τον τζίτζικα θα τον έσωζα. Δεν θα τον άφηνα έτσι έρμαιο στα χέρια της γιατί δεν θα μάθαινε τίποτα. Άλλος ήταν ο λόγος της αναστολής. Δεν την φώναξα γιατί κόλλησα για λίγο χαζεύοντάς τον κι αναρωτήθηκα γιατί τότε έχω μια αλλεργία στις επαφές μου με τα έντομα. Δε θέλω με τίποτα να βλέπω κατσαριδάκια, άλλα περίεργα αρθρόποδα με δαγκάνες ή κεραίες όσο μικρά κι αν είναι, φτερωτά αντικείμενα, ουγκαντέζικα ζωύφια που μόνο μια φορά στη ζωή σου τα πετυχαίνεις, δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι πως θα βρεθώ στο μονοπάτι της σαρανταποδαρούσας. Μπορείς να βασανίσεις το μυαλό σου με δαύτα άμα θες. Και ειδικά αν έχουν επιδόσεις στην υψηλή ταχύτητα όπως η κατσαρίδα των Αθηνών η ανατριχίλα με διαπερνά σ' όλη την πλάτη, πραγματικά θυμώνω όταν αναγκαστώ να κυνηγήσω και να ακούσω και το “κράτς” από την σόλα. Τα παίρνω στο κρανίο όσο και με τις μύγες. Τρισκατάρατες κατάρες σε όλο τους το είδος όταν αρχίσουν να μ' ενοχλούν τέτοια πράγματα, βρίσκω πολύ σωστό και δικαιολογώ και τον χημικό, και τον ραδιοβιολογικό, και τον πυρηνικό πόλεμο άμα χρειαστεί να το ευχαριστηθώ περισσότερο παίρνοντας εκδίκηση από ένα έντομο που επιμένει. Τη μύγα που με τρώει και ξερνάει την τροφή της επάνω μου και έπειτα τα ξανατρώει, και ανάθεμα την ώρα να ξέρεις και τέτοιες λεπτομέρειες όσο μικροσκοπικές κι αν είναι, τότε είναι που κηρύττεις ολοκληρωτικά τον πόλεμο χωρίς να δείχνεις καμία ανοχή.

Φαντάζομαι την τεχνολογία να συνειδητοποιεί πως έχουμε χάσει 2 ανθρωπότητες χάριν σε ένα παλιοκούνουπο και ιπτάμενα λέιζερ σε σμήνη των χιλιάδων ν' αρχίζουν το μακελειό του πολέμου των ειδών σαν το “terminator” ένα πράγμα, τον ίδιο τον Σβαρτσενέγκερ να τα δέρνει και πεθαμένα. Κι αν το καλοσκεφτείς αν ήταν ορατές οι τρισεκατομμύρια κατσαρίδες των Αθηνών, όλοι θα το έσκαγαν κακήν κακώς. Βολεύει πως αν και βρίσκονται κυριολεκτικά παντού κανένας δεν τις βλέπει στις τρύπες των τούβλων να κόβουν βόλτες με το γνωστό γαργαλιστικό τους περπάτημα, μία φρίκη σκέτη θα ήταν να είχαμε ακτίνες Χ στα μάτια και να βλέπαμε κάτω από τα πατώματα, στους υπονόμους και τα σιφώνια. Με τις αράχνες θέλησα να κρατήσω πιο πολιτισμένη στάση τα τελευταία χρόνια δείχνοντας μεγάλη ανοχή, αποφεύγω αν μπορώ να τις σκοτώσω αλλά σίγουρα δεν θα ερωτευτούμε κιόλας, ούτε με τους σκορπιούς πρόκειται να γίνουμε ποτέ φίλοι, και γενικά θα προτιμούσα τη συγκατοίκηση με λιοντάρι παρά με τέτοια πράγματα.

Αλλά να που κρατούσα σα να μη συμβαίνει τίποτα ένα μικρό τέρας σε μέγεθος όσο ένα μικρό σπουργίτι και όχι μόνο αισθανόμουν ωραία, αλλά ποτέ και με τίποτα δεν θα μπορούσα να το δω σαν απειλή ακόμη κι αν αποφάσιζε να κόβει βόλτες επάνω μου. Μου έδωσε χαρά από την ώρα που τον είδα να πέφτει θύμα στη λάθος επιλογή της τέντας. Ή πάλι ίσως ήθελε να ξεφύγει από τα χελιδόνια, αλλά πλέον το μόνο που είχε σημασία ήταν αν έμαθε τίποτε από το σφάλμα του. Έχω γραπώσει άπειρα τζιτζίκια και πρώτη φορά συνειδητοποίησα γιατί υπήρχε αυτή η οικειότητα.

Μα γιατί ασφαλώς το ίδιο έκανε ο πατέρας μου! Θυμάμαι πόσο συναρπαστικό ήταν, κι ακόμα πιο συναρπαστικό όταν αποφάσιζε να βασανίζει την μάνα μου με τη θέα του τζίτζικα σαν απειλή. Ρωτούσε αν ήταν καλύτερα στο σβέρκο και μετά τον χάιδευε με το δάχτυλο σαν να ήταν σκύλος ντε και καλά ότι δεν είναι καθόλου επικίνδυνο αν το επιχειρήσει στ' αλήθεια. Όταν ευχαριστιόμασταν γέλιο με την σιχασιά της μάνας μου τον αμολούσε στον ουρανό. Περίπου το ίδιο συνέβαινε αν το μενού είχε σαλιγκάρια ή αρνίσιο κεφαλάκι ή γλώσσες, τα πιο σιχαμερά πράγματα ήταν και τα πιο αστεία. Μερικά από αυτά τα τρώω και χωρίς να μ' αρέσουν για να κάνω πλάκα στους άλλους. Δεν είναι καθόλου επιβεβαίωση ανδρισμού να τρως ακρίδες σουβλάκι εδώ που τα λέμε, αλλά όλα στο μυαλό είναι τελικά. Και όντως αν ο πατέρας μου κυνηγούσε αρκούδες μάλλον θα κυνηγούσα κι εγώ αρκούδες, αν έσφαζε άλλα ζώα δεν θα είχα κανέναν ενδοιασμό να κάνω το ίδιο, και ποιος ξέρει; Μπορεί και να βοσκούσα κατσαρίδες αν μου είχε δείξει το ίδιο ο πατέρας μου. Η ανάμνηση του τζίτζικα έμεινε για πάντα εύθυμη και συνοδεύει κάθε εμφάνισή του, γιατί έτσι έμεινε χαραγμένο στη βάση του μυαλού. Αυτή ήταν η πρωτογενής αποτύπωση της εικόνας ενός τζίτζικα και πλέον δεν θα άλλαζε ποτέ.

Μετά τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως είχε τελειώσει η αποστολή του για την ώρα. Η Μαρκέλλα ήδη με έψαχνε με γοργά βηματάκια και τον ευχαρίστησα για τη συμμετοχή του και τον έδιωξα στα μουλωχτά στον ουρανό. Δεν ήταν ακόμη ώρα. Εξάλλου έλειπε η μάνα της που ήταν βασικό κομμάτι του παζλ, ήταν τυχερή που έλειπε και την γλύτωσε. Τζιτζίκια θα 'χουμε να πιάνουμε. Το πιο πιθανό είναι μια μέρα η Μαρκέλλα με υφάκι να βασανίζει τον άντρα της με τζιτζίκια αλλά μακάρι να τον βασανίζει μόνο έτσι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου