19 Ιουλίου 2012

«Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα» Αγγελική Μπολουδάκη, Εκδόσεις Αραξοβόλι


Οι γονείς χαρίζουν στα παιδιά τους την ελευθερία που χρειάζονται εκείνα, για να κάνουν τα όνειρα τους να ταξιδέψουν χωρίς την απαίτηση για την νίκη, χωρίς την προσδοκία για την τελειότητα, αλλά και χωρίς την ηττοπάθεια που καταδικάζει κάθε εκκίνησή του. 

Οι γονείς μέσα από την αγάπη τους για το παιδί τους και τις επιθυμίες του κάνουν τον κόσμο για ένα παιδί προσφιλή και αγαπημένο.

Η ζωγράφος

«Όταν ήμουν μικρή, περίμενα από τη μητέρα μου να μου απλώσει τον κόσμο στα μάτια της, για να μπορέσω να τον αντικρίσω. Τα χρώματα έλειπαν από τη ζωή της και η δική μου ματιά αγνάντευε τη φύση ελπίζοντας σε μια αντάμωση μαζί της. 

Ποθούσα τόσο πολύ τη ζωή, που κάθε λεπτομέρεια του τοπίου αποτυπωνόταν στην ψυχή μου, προκειμένου να δεσμευτώ μαζί του, για να μου χαριστεί η ζωή. Ο θάνατος είχε επισκεφτεί ένα αγαπημένο μου πρόσωπο και μου ήταν παρά πολύ εύκολο να αποδεχτώ και εγώ τη δική του πρόσκληση. 
Η φύση σταμάτησε τα μαυροφορεμένα μου σχέδια. Η απέραντη ομορφιά που έβλεπα σε αυτήν, η αγάπη που αντανακλούσε καθετί που φώλιαζε σε εκείνη, η σοφία που εξέπεμπε με έκανε να τη λαχταρώ τόσο πολύ, ώστε έγινα ένα μαζί της. Τον δεσμό που δεν μπόρεσε να μου παραδώσει η μητέρα μου μού τον πρόσφερε η μάνα - φύση. 
Την αγάπησα τόσο πολύ, ενώθηκα μαζί της, έγειρα πάνω της και έγινα ένα με τα χρώματά της. Πόσο εύκολο ήταν στη συνέχεια να την αναπαραστήσω! Αφού μου προσφέρθηκε, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Μοναχά να της επιστρέψω το δώρο που μου έδωσε. 
Την αγάπησα, όπως με αγάπησε κι εκείνη. Κάθε φορά που ζωγραφίζω νιώθω να πάλλομαι από ζωή, γιατί δημιουργώ με την καρδιά μου γεμάτη από αγάπη. 
Όταν ήμουν παιδί, ένιωθα τη ζεστασιά του ήλιου να με περιτυλίγει τρυφερά, τις ηλιαχτίδες του να χουζουρεύουν στην καρδιά μου. Το θρόισμα των φύλλων αφύπνιζε την επιθυμία μου για ζωή. Ο αέρας χάιδευε το πρόσωπό μου. Οι σταγόνες της βροχής με ξεδίψαγαν. Το νοτισμένο χώμα με μεθούσε με τη μυρωδιά που ανέδιδε. 
Οι καρποί της φύσης με έκαναν να νιώθω περήφανη για τη θηλυκότητά μου. Η θάλασσα και η ζωή που κλεινόταν μέσα της, γεμάτη μυστήριο και προσμονή, με έκαναν να σκύψω στον ερωτισμό μου και να του παραδοθώ. 
Πώς να μην τα λατρέψω όλα αυτά που μου χάρισαν απλόχερα τη ζωή; Πώς να μην της εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου, αφού με έκανε να δραπετεύσω από έναν αργό θάνατο; Ο δάσκαλός μου μού λέει πως τα έργα μου είναι αριστουργήματα. 
Μένει να το πιστέψω κι εγώ και να τα εκθέσω, να τα αποκαλύψω. 
Όμως φοβάμαι, τρέμω στην ιδέα της έκθεσης. Αν με αποκαλύψω και φανερώσω την ασημαντότητά μου; 
Για να μη με προσέξει η μητέρα μου, μια μικρή κουκίδα είμαι, πώς να γεμίσω έναν πίνακα; Αν τα παρουσιάσω, μήπως προδώσω τη θετή μου μάνα, τη φύση, που μου χάρισε το ταλέντο μου; Μήπως αισθανθεί αδικημένη και μου στερήσει αυτό, από το οποίο κρέμομαι, για να ζήσω; 
Μια κλωστή είναι η ζωή μου, που το μόνο που με ενώνει μαζί της είναι η αγάπη μου για εκείνη. Μήπως, όμως, ο δεσμός μας είναι μυστικός και δεν πρέπει να τον αποκαλύψω; 
Οι λεπτομέρειες απροκάλυπτα θα φανερώσουν την ανεξήγητή μας ένωση. 
Μήπως διαρραγεί; Αν τη χάσω, θα χαθώ και εγώ οριστικά. 
Η μητέρα μου με δίδασκε να είμαι ταπεινή. Τα μαθήματα ζωής που μου έδινε, παρόλο που δεν περνούσαν από την καρδιά μου, εγκαταστάθηκαν στη σκέψη μου. 
Μήπως τελικά πρέπει να παραμείνω μικρή και ασήμαντη; 
Μήπως, αν της κάνω το χατίρι, μου παραδοθεί ολοκληρωτικά. Και εγώ τότε θα πάψω να είμαι ένα ξέφτι,  μια κλωστή που αιωρείται ψάχνοντας για το υφάδι, πάνω στο οποίο θα κεντηθούν οι παραστάσεις μου. 
Αν εγώ θελήσω να παραβώ το νόμο της μετριότητας, τον οποίο με έταξε η μητέρα μου να υπηρετώ, τότε ποια θα είναι η τιμωρία; Να την χάσω ολότελα; 
Ενώ εγώ ζω με μια και μόνη προσδοκία. Να μου παραδοθεί, για να λαχταρήσω και εγώ τη ζωή. Όχι μόνο μέσα από τους πίνακές μου. Αλλά μέσα από εκείνη. 
Γιατί η λαχτάρα μου, ο πόθος μου για τη ζωή, περνά μέσα από τη ζωγραφική μου. 
Αν ο συνδετικός μου κρίκος ήταν η μητέρα μου, τότε θα ένιωθα ενωμένη μαζί της, με τον εαυτό μου στη συνέχεια και ένας ισχυρός εαυτός με ένα δυναμικό χέρι θα παρέδιδε τη ζωή σε όλα τα έργα και δεν θα φοβόταν την αποκάλυψη, την έκθεση, το θρίαμβο. 
Ενώ τώρα η αγάπη μου για τη ζωή περνάει μέσα από τα έργα μου, για αυτό και η εικόνα μου είναι τόσο εύθραυστη. 
Για αυτό εξαρτώμαι τόσο πολύ από την επιβεβαίωση των άλλων. 
Αισθάνομαι πως η παραμικρή κριτική θα με συνθλίψει, θα αφανίσει το εγώ μου. 
Αλλά αυτό που πιότερο με τυραννάει είναι η δική της κριτική, όταν εγώ τολμήσω να της φανερώσω τον εαυτό μου. 
Κι αυτό που με αφανίζει είναι η επιβεβαίωση στα μάτια των άλλων, η μεγαλοσύνη που θα αντικρίσω, όταν εγώ έχω βαυκαλιστεί με τη μετριότητα. 
Πώς θα αντικρίσω κάτι ορατό, όταν εγώ είμαι αόρατη; Φοβάμαι και τρέμω στην ιδέα πως, όταν ξεδιπλωθεί το ταλέντο μου και επιβεβαιωθεί στα μάτια των άλλων, θα χάσω μια εικόνα που, όσο ανασφαλής κι αν μου ήταν, ένιωθα μια οικειότητα μαζί της. 
Παρατηρείς πως φοβάμαι ότι η έκθεση θα με κάνει να χάσω τα πάντα, ενώ η κραυγή μέσα μου είναι μία: Θα μου υποσχεθείς, μαμά, πως θα είσαι μαζί μου εκείνη τη μέρα, για να μπορώ να κοιτάξω τους πίνακές μου και να μη χαθώ σε αυτούς; 
Θα με επιβεβαιώσεις, για να χαρώ με την επιβράβευση των άλλων και να μη θρηνεί η καρδιά μου από την αποδοκιμασία σου;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου